3/28/2024

Η απάντηση του Κομφούκιου: Πιστότητα στον εαυτό και αγάπη

 

Hermann Hesse

 Η ιστορία που περιγράφετε αγγίζει ένα καίριο ερώτημα: Ποια είναι τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή ενός ανθρώπου;
Ο Hermann Hesse
, βυθισμένος στην κατάθλιψη, βρήκε απάντηση στο αδιέξοδό του μέσα από την ψυχοθεραπεία με τον Carl Jung. Η φιλία τους άνθισε και μοιράστηκαν μαζί μια ερώτηση που έλαβε ο Hesse από έναν νεαρό: Τι είναι το πιο σημαντικό στη ζωή;
Αδυνατώντας να δώσουν μια οριστική απάντηση, οι δύο φίλοι στράφηκαν σε ένα κείμενο του Κομφούκιου, όπου βρήκαν την ίδια ερώτηση. Η απάντηση του Κομφούκιου ήταν λιτή, αλλά περιεκτική:

"Τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή ενός άνδρα είναι δύο: να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στον εαυτό του και να μάθει να αγαπάει."

Πιστότητα στον εαυτό:

  • Αυθεντικότητα: Να ζούμε σύμφωνα με τις αξίες και τις πεποιθήσεις μας, χωρίς να υποκύπτουμε σε κοινωνικές πιέσεις ή προσδοκίες.
  • Ειλικρίνεια: Να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και τους γύρω μας, αναγνωρίζοντας τα συναισθήματα, τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας.
  • Αυτογνωσία: Να γνωρίζουμε τον εαυτό μας σε βάθος, τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία μας, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες μας.

Αγάπη:

  • Συμπόνια: Να νιώθουμε ενσυναίσθηση και να νοιαζόμαστε για τους άλλους, προσφέροντας βοήθεια και υποστήριξη.
  • Αφοσίωση: Να χτίζουμε υγιείς και ουσιαστικές σχέσεις, βασισμένες στην αλληλοεκτίμηση και τον σεβασμό.
  • Αυταπάρνηση: Να θυσιάζουμε τις ατομικές μας ανάγκες για το καλό των αγαπημένων μας προσώπων.

Η απάντηση του Κομφούκιου αγγίζει δύο θεμελιώδεις αρχές για μια ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη ζωή: να ζούμε με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα προς τον εαυτό μας και να καλλιεργούμε την αγάπη προς τους γύρω μας. Η πνευματική αναζήτηση, η αυτογνωσία και η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης αποτελούν δια βίου οδοιπορικό που οδηγεί στην αυτοπραγμάτωση και στην ουσιαστική σύνδεση με τον κόσμο.

 Το απόσπασμα από το βιβλίο "Περί αγάπης" του Hermann Hesse αγγίζει με ειλικρίνεια και σοφία την ουσία της αγάπης και της ευτυχίας. Ο συγγραφέας, μέσα από μια σειρά αντιθέσεων, μας καλεί να επανεξετάσουμε τι πραγματικά φέρνει νόημα και χαρά στη ζωή. Απέναντι σε φευγαλέα στοιχεία όπως η υλική ευμάρεια, η δύναμη, η ομορφιά και η υγεία, η αγάπη αναδύεται ως η ύψιστη αξία. Η ικανότητα να αγαπάμε, να νιώθουμε έντονα συναισθήματα και να ζούμε γι' αυτά, αποτελεί το κλειδί για μια ολοκληρωμένη και ευτυχισμένη ύπαρξη. Η αγάπη, όμως, δεν είναι απλά ένα συναίσθημα. Είναι μια ενεργή επιλογή, μια στάση ζωής που καλλιεργείται. Σημαίνει να ανοιγόμαστε προς τον κόσμο, να αγκαλιάζουμε την ομορφιά, να νοιαζόμαστε για τους άλλους και να προσφέρουμε ανιδιοτελώς.  Σε αντίθεση με την επιθυμία, η οποία εστιάζει στην κατοχή και την ικανοποίηση, η αγάπη εστιάζει στην προσφορά και την αφοσίωση. Είναι σοφή, γιατί δεν ζητάει ανταλλάγματα, αλλά χαίρεται απλά την ύπαρξη του αγαπημένου προσώπου.

Συνοψίζοντας:

  • Η αγάπη είναι η κινητήριος δύναμη της ευτυχίας.
  • Η αγάπη δεν είναι παθητική, αλλά ενεργή και καλλιεργείται.
  • Η αγάπη διακρίνεται από την επιθυμία.
  • Η αγάπη είναι σοφή και ανιδιοτελής.

Το απόσπασμα του Hesse αποτελεί μια διαχρονική υπενθύμιση: Η αγάπη είναι η ύψιστη αξία, το κλειδί για μια ουσιαστική και ευτυχισμένη ζωή.

Αφιέρωμα στον Akira Kurosawa: Ο Ιάπωνας Οραματιστής

Akira Kurosawa
Ο Ακίρα Κουροσάβα, ένας από τους κορυφαίους σκηνοθέτες όλων των εποχών, άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στον κινηματογράφο, επηρεάζοντας πλήθος δημιουργών και χαρίζοντας στο κοινό αριστουργήματα γεμάτα ανθρωπιά και οπτική ποίηση. Αμέτρητοι σκηνοθέτες παραδέχονται ότι έχουν επηρεαστεί από τα έργα του Akira Kurosawa: ο Coppola, ο Spielberg, ο Lucas... Ο Kurosawa είναι ένας πραγματικός θρύλος του κινηματογράφου. Σε αυτό το άρθρο παρουσιάζουμε μερικές στιγμές από τη ζωή του σκηνοθέτη, δημιουργού έργων που εκτιμώνται πέρα από σύνορα και εποχές. Ο Akira Kurosawa παραμένει, είκοσι και πλέον χρόνια μετά το θάνατό του, ένας σκηνοθέτης που λατρεύεται από τους σινεφίλ όλου του κόσμου. Αναζήτησε νέες δυνατότητες στις εικαστικές τέχνες και έδειξε, μέχρι το τέλος της καριέρας του ως ενεργός δημιουργός, ένα πραγματικό πάθος για τον κινηματογράφο. Ήταν πραγματικά ένα παιδί της έβδομης τέχνης και η ίδια η ενσάρκωσή της.

   Γεννημένος το 1910 στο Τόκιο, ο Κουροσάβα βίωσε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών στην Ιαπωνία. Ξεκίνησε την καριέρα του στον κινηματογράφο τη δεκαετία του 1930, αρχικά ως βοηθός σκηνοθέτη και σεναριογράφος.  Η σχέση του Ακίρα Κουροσάβα με τον πατέρα του, Isamu Kurosawa, ήταν σύνθετη και καθοριστική για την μετέπειτα πορεία του στον κινηματογράφο. Ο Isamu, ένας αυταρχικός άνδρας με αυστηρές αρχές, ασκούσε μεγάλη επιρροή στον γιο του, καλλιεργώντας παράλληλα την πειθαρχία, την επιμονή και την κριτική σκέψη. Η αυταρχική φύση του πατέρα δημιούργησε μια ασφυκτική ατμόσφαιρα στο σπίτι, γεμάτη εντάσεις και συγκρούσεις. Ο Κουροσάβα συχνά ένιωθε καταπιεσμένος και έψαχνε διέξοδο στην τέχνη, γράφοντας ιστορίες και σενάρια. Παράλληλα, η αυστηρότητα του Isamu ξύπνησε στον νεαρό Κουροσάβα την επιθυμία για ανεξαρτησία και αυτονομία. Η σκληρή κριτική του πατέρα λειτούργησε ως κίνητρο για τον Κουροσάβα να ξεπεράσει τα όριά του και να διεκδικήσει την δική του φωνή στον κόσμο. Η δύναμη της θέλησης και η αστείρευτη δημιουργικότητα του Κουροσάβα τον ώθησαν να αγνοήσει τις αντιρρήσεις του πατέρα και να ακολουθήσει το όνειρό του στον κινηματογράφο. Η σχέση με τον αυταρχικό πατέρα άφησε σημάδια στον Κουροσάβα, σφυρηλατώντας τον χαρακτήρα του και προετοιμάζοντάς τον για τον δύσβατο δρόμο προς την επιτυχία στον κινηματογράφο.

   Το 1936, όντας 26 ετών, ο Kurosawa έκανε το μεγάλο βήμα προς την υλοποίηση του ονείρου του, εγγράφοντας στο πρόγραμμα μαθητευόμενου σκηνοθέτη στα στούντιο Nikkatsu. Εκεί, βρέθηκε υπό την καθοδήγηση του Kajiro Yamamoto, ενός έμπειρου σκηνοθέτη, από τον οποίο ο Kurosawa μαθήτευσε τα μυστικά της τέχνης του κινηματογράφου.Κατά τη διάρκεια της μαθητείας του, ο Kurosawa αφοσιώθηκε στην εκμάθηση όλων των πτυχών της σκηνοθεσίας. Σπούδασε μεθοδικά, έγραψε σενάρια και σκηνοθέτησε μικρά φιλμ, ακονίζοντας τις δεξιότητές του και διαμορφώνοντας το σκηνοθετικό του ύφος. Το 1943, η σκληρή δουλειά και η επιμονή του Kurosawa ανταμείφθηκαν. Η πρώτη του ταινία, "Sanshiro Sugata" (Ο Θρύλος του Μεγάλου Τζούντο), κυκλοφόρησε και έλαβε θετικές κριτικές. Η ταινία, με την δυναμική αφήγηση, την οπτική αισθητική και το ηθικό δίλημμα που έθιγε, αποκάλυψε το ταλέντο του Kurosawa και έθεσε τα θεμέλια για μια λαμπρή καριέρα. Η μαθητεία του Kurosawa στα στούντιο Nikkatsu αποτέλεσε μια καθοριστική περίοδο για την εξέλιξή του ως σκηνοθέτη. Η αφοσίωση, η σκληρή δουλειά και η προσήλωση στην τέχνη του έφεραν καρπούς, θέτοντάς τον στον δρόμο προς την αναγνώριση και την αθάνατη δόξα.

   Μετά το ντεμπούτο του, ο Kurosawa σκηνοθέτησε μια σειρά από ταινίες υπό την εποπτεία της ιαπωνικής κυβέρνησης. Η περίοδος αυτή, αν και περιοριστική, λειτούργησε ως πεδίο εξάσκησης και πνευματικής ωρίμανσης. Οι ταινίες αυτής της περιόδου, όπως "Η πιο όμορφη", "Η συνέχεια του Sanshiro Sugata", "Άντρες που πατούν την ουρά της τίγρης", "Δεν μου λείπουν τα νιάτα μου", "Ο μεθυσμένος άγγελος" και "Ο τρελός σκύλος", παρουσιάζουν ποικιλία θεματολογίας και υφολογικών στοιχείων. Το 1950, ήρθε η καθοριστική στιγμή στην καριέρα του Kurosawa με την ταινία "Rashomon". Η ταινία σόκαρε το κοινό και τους κριτικούς με την καινοτόμα αφήγηση, την οπτική αρτιότητα και την ηθική πολυπλοκότητα. Η επιτυχία του "Rashomon" ήταν καταλυτική. Η ταινία έλαβε τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 1951, καθιερώνοντας τον Kurosawa ως παγκόσμιο αστέρι και ανοίγοντας τον δρόμο για την αναγνώριση του ιαπωνικού κινηματογράφου. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η άφιξη του Kurosawa στον κόσμο του κινηματογράφου έγινε σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με άλλους σκηνοθέτες. Ωστόσο, η ωριμότητα, η επιμονή και η αστείρευτη δημιουργικότητά του αντιστάθμισαν την όποια καθυστέρηση. Η δεκαετία του 1940 αποτέλεσε περίοδο μαθητείας και προετοιμασίας για τον Kurosawa. Η επιτυχία του "Rashomon" σηματοδότησε την έναρξη μίας λαμπρής καριέρας, γεμάτης αριστουργήματα και διαχρονική επιρροή.   

   Η επιτυχία του "Rashomon" άνοιξε τον δρόμο για μια σειρά από διεθνείς διακρίσεις για τον Kurosawa. Το 1954, η ταινία "Ikiru" (Ζώντας) έλαβε το βραβείο της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Βερολίνου, επιβεβαιώνοντας το ταλέντο και την καλλιτεχνική αξία του σκηνοθέτη. Η δεκαετία του 1950 σημαδεύτηκε από αριστουργήματα όπως "Οι Επτά Σαμουράι" (1954), "Ο Θρόνος του Αίματος" (1957) και "Το Κρυφό Φρούριο" (1958), ταινίες που μάγεψαν το κοινό και εδραίωσαν την φήμη του Kurosawa ως ενός από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες στον κόσμο. Ξεκινώντας τη δεκαετία του 1960, ο Kurosawa ασχολήθηκε με κοινωνικά θέματα στην ταινία "Οι Αχρείοι Κοιμούνται Εν Ειρήνη" (1960), κατακρίνοντας την διαφθορά. Ακολούθησαν οι ταινίες "Μισθοφόροι" (1961), "Tsubaki Sanjuro" (1962), "Η Κόλαση του Μίσους" (1963) και "Barbarossa" (1965). Η περίοδος που ακολούθησε σημαδεύτηκε από δυσκολίες για τον Kurosawa. Προβλήματα στην εργασία του ανέκοψαν την δημιουργική του ορμή. Χρειάστηκε να περιμένει έως το 1970 για να γυρίσει την ταινία "Dodes'ka-den". Ωστόσο, ο Kurosawa δεν λύγισε. Ίδρυσε την δική του εταιρεία παραγωγής, Yonki no Kai, μαζί με συναδέλφους του, διατηρώντας την αυτονομία του και εξασφαλίζοντας την συνέχεια της καλλιτεχνικής του πορείας.  Η δεκαετία του 1950 και η αρχή της δεκαετίας του 1960 υπήρξαν χρυσές εποχές για τον Kurosawa. Διεθνή βραβεία, αριστουργηματικές ταινίες και κοινωνική κριτική σημάδεψαν την δημιουργική του άνθιση. Παρά τις δυσκολίες, ο Kurosawa ανέκαμψε και συνέχισε να προσφέρει διαχρονικά έργα στον κόσμο του κινηματογράφου. 

    Η δεκαετία του 1970 ξεκίνησε δύσκολα για τον Kurosawa. Φήμες για απόπειρα αυτοκτονίας συντάραξαν τον κόσμο του κινηματογράφου. Πέντε χρόνια απουσίας ακολούθησαν, έως το 1975, όταν ο Kurosawa επέστρεψε δυναμικά με την ταινία "Dersu Uzala", η οποία του χάρισε το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.   Η δεκαετία του 1980 βρήκε τον Kurosawa πιο δημιουργικό από ποτέ. "Kagemusha" (1980) και "Ran" (1985) μάγεψαν το κοινό με την οπτική αρτιότητα και την επική αφήγηση. Τη δεκαετία του 1990, ο Kurosawa συνέχισε να προσφέρει μοναδικά έργα. "Το Όνειρα του Ακίρα Κουροσάβα" (1990) γοήτευσε με την ονειρική ατμόσφαιρα και το 1993 τιμήθηκε με τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της καριέρας του.  "Hachigatsu no Rhapsody" (1991) και "Madadayo" (1993) συμπλήρωσαν την πλούσια φιλμογραφία του Kurosawa.  Στις 6 Σεπτεμβρίου 1998, ο Kurosawa έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα του στον κόσμο του κινηματογράφου. Η κληρονομιά του παραμένει ζωντανή, εμπνέοντας πλήθος δημιουργών και χαρίζοντας στους θεατές διαχρονικά αριστουργήματα.  Η πορεία του Kurosawa σημαδεύτηκε από δημιουργικές κορυφές, δυσκολίες και αδιαμφισβήτητη επιρροή. Η αφοσίωση, το ταλέντο και η οπτική του ματιά τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες όλων των εποχών.

     Η Βενετία αποτέλεσε σταθμό στην καριέρα του Kurosawa, θεμελιώνοντας την διεθνή του αναγνώριση. Η νίκη του Rashomon στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου το 1950 σόκαρε τον κόσμο και συγκλόνισε την Ιαπωνία.  Η Ιαπωνία, πληγωμένη από τον πόλεμο, αναζητούσε μια ψυχολογική ώθηση. Η διεθνή αναγνώριση του Kurosawa λειτούργησε ως εθνικό κατόρθωμα, γεμίζοντας τους Ιάπωνες με περηφάνεια. Η νίκη του Rashomon δεν ήταν τυχαία. Η ταινία συνδύαζε καινοτόμα αφήγηση, οπτική αρτιότητα και ηθική πολυπλοκότητα. Η πρωτοτυπία της μάγεψε το κοινό και έθεσε τον Kurosawa στον χάρτη των μεγάλων σκηνοθετών. Η σημασία της νίκης του Rashomon ξεπερνά τα στενά όρια του κινηματογράφου. Συμβολίζει την αναγέννηση της Ιαπωνίας και την επανένταξή της στην διεθνή σκηνή. Ο Kurosawa έγινε πρεσβευτής της ιαπωνικής κουλτούρας και άνοιξε τον δρόμο για μελλοντικές επιτυχίες.  Η νίκη του Rashomon στη Βενετία δεν ήταν απλά μια κινηματογραφική επιτυχία. Σηματοδότησε μια ιστορική στιγμή για την Ιαπωνία και καθιέρωσε τον Kurosawa ως παγκόσμιο αστέρι.

  Η ταινία Rashomon του Kurosawa συνεχίζει να επηρεάζει σημαντικά τους κινηματογραφιστές σε όλο τον κόσμο. Ο Ridley Scott, σκηνοθέτης του Blade Runner, δήλωσε σε συνέντευξή του: "Με γοήτευσε πολύ αυτή η φανταστική ιδέα της αφήγησης της ιστορίας από τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες". Η καινοτόμα αφήγηση του Rashomon, με τις πολλαπλές οπτικές γωνίες και την αμφίβολη αλήθεια, άσκησε μεγάλη επιρροή σε πλήθος ταινιών, όπως "The Usual Suspects", "Memento" και "Mulholland Drive". Η ιστορία του Rashomon διαδραματίζεται στο κατεστραμμένο από τον πόλεμο Κιότο, στα τέλη της περιόδου Heian. Ξεκινά με δυνατή βροχή στην πύλη Rashomon, όπου τρεις άντρες μοιράζονται τις διαφορετικές εκδοχές μίας δολοφονίαςΣτην υπόθεση εμπλέκονται ένας σαμουράι, η σύζυγός του, ένας ληστής και ένα φάντασμα. Κάθε μαρτυρία φέρει αντιθέσεις και ψέματα, θολώνοντας τα όρια της αλήθειας.  Η ταινία αφήνει ανοιχτό το ερώτημα ποιος λέει την αλήθεια. Ο Kurosawa δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, αλλά προτρέπει τον θεατή να κριτικάρει και να συνθέσει τις διαφορετικές οπτικέςΗ αμφισημία και η ηθική πολυπλοκότητα του Rashomon το καθιστούν διαχρονικό και επίκαιρο. Η ταινία θέτει ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση, την αλήθεια και την ερμηνεία της πραγματικότητας. Το Rashomon αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου. Η πρωτοτυπία, η οπτική αρτιότητα και η ηθική πολυπλοκότητα εξηγούν την διαχρονική επιρροή του και επιβεβαιώνουν την ιδιοφυΐα του Kurosawa.

Η πρωτότυπη ιστορία και η επίδραση του πολέμου

Η ταινία Rashomon βασίζεται στο μυθιστόρημα "Στους Θάμνους" του Akutagawa Ryūnosuke. Το πρωτότυπο καταλήγει σε πλήρη μισανθρωπία, με τους τρεις χαρακτήρες να απορρίπτουν την ανθρώπινη φύση. Ο Kurosawa, αντίθετα, πρόσθεσε ένα νέο φινάλε, πιο αισιόδοξο. Η επιλογή του αντανακλά την πίστη του στην ανθρωπότητα, ακόμα και μετά τις θηριωδίες του πολέμουΗ Ιταλία, όπως και η Ιαπωνία, είχε πληγεί από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μισανθρωπία βασίλευε και η ελπίδα σιγά σιγά σβήνονταν. Το μήνυμα του Kurosawa "ας πιστέψουμε στα ανθρώπινα όντα" βρήκε εύφορο έδαφος στην Ιταλία και άγγιξε τις καρδιές του κοινού.  Η νίκη του Rashomon στη Βενετία δεν ήταν τυχαία. Η ταινία μίλησε στην ψυχή των ανθρώπων, προσφέροντας ένα μήνυμα ελπίδας σε μια εποχή σκοταδιού.  Ο Kurosawa, μέσα από το Rashomon, έθιγε καίρια κοινωνικά ζητήματα, διατηρώντας την αισιοδοξία του για το μέλλον της ανθρωπότητας. Η ταινία συγκίνησε το κοινό της Βενετίας και απέδειξε την διαχρονική αξία του μηνύματός της.

 Ο Kurosawa ως εθνικός ήρωας και η δημιουργία ηρώων

Akira Kurosawa
Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Kurosawa έλαβε τον ρόλο ενός εθνικού ήρωα μέσα από τις ταινίες του. Εμπνευσμένος από την καταστροφή της Ιαπωνίας, δημιούργησε ήρωες που ξεπερνούσαν τις αντιξοότητες και έδιναν ελπίδα στο ταλαιπωρημένο κοινό. Σημείωσε στο ημερολόγιό του: "Θα αναλάβω την εξουσία. Ακόμα κι αν υπάρχουν σπουδαίοι άνθρωποι, δεν γίνονται ποτέ εθνικοί ήρωες και αυτό δεν είναι σωστό. Νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε αυτούς τους ανθρώπους να μοιάζουν με ήρωες". Η πρόθεση του Kurosawa ήταν σαφής: να υψώσει το ηθικό του έθνους και να οδηγήσει την Ιαπωνία προς μια καλύτερη κατεύθυνση. Απέστρεψε την πλάτη στις παρακμιακές τάσεις της μεταπολεμικής περιόδου και εστίασε σε ήρωες με έντονο αίσθημα δικαιοσύνης, θάρρος και ενέργειαΟι ήρωες του Kurosawa δεν ήταν αντικοινωνικά όντα. Αντιθέτως, αντιπροσώπευαν ιδανικά και αξίες που ενέπνεαν το κοινό. Μισούσαν το κακό, πολεμούσαν για δικαιοσύνη και οραματίζονταν μια καλύτερη ζωήΗ επιρροή του Kurosawa ήταν σημαντική. Οι ταινίες του λειτούργησαν ως ψυχολογική ώθηση για την Ιαπωνία και βοήθησαν στην αναγέννηση της χώρας. Ο Kurosawa δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος σκηνοθέτης, αλλά και ένας ηγέτης που οδήγησε το έθνος του σε μια νέα εποχήΜετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Kurosawa δημιούργησε ένα τετραμελές μεταπολεμικό έργο. Οι ταινίες Μια Υπέροχη Κυριακή (1947), Ο Μεθυσμένος Άγγελος (1948), Σιωπηλή Μονομαχία (1949) και Ο Τρελός Σκύλος (1949) εξερευνούν θέματα ηθικής, αγάπης και κοινωνικής δικαιοσύνηςΚεντρικοί χαρακτήρες στις ταινίες είναι ο Sanada (Ο Μεθυσμένος Άγγελος), ο Dr. Fujisaki (Σιωπηλή Μονομαχία) και ο ντετέκτιβ Murakami (Ο Τρελός Σκύλος). Αυτοί οι "νέοι εθνικοί ήρωες" του Kurosawa αντιπροσωπεύουν ιδανικά και αξίες που αντιμάχονται την παρακμή και οραματίζονται μια καλύτερη κοινωνίαΟ Sanada, αλκοολικός γιατρός, παλεύει με τα δαιμόνια του παρελθόντος και προσπαθεί να βρει νόημα στη ζωή του. Ο Dr. Fujisaki, ανιδιοτελής και αφοσιωμένος, αγωνίζεται για την υγεία και την ευημερία των ασθενών του. Ο ντετέκτιβ Murakami, μοναχικός και αυστηρός, επιδιώκει την αλήθεια και την δικαιοσύνη. Μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες, ο Kurosawa θέτει ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση, την ηθική και την κοινωνική ευθύνη. Οι ταινίες του προκαλούν το κοινό να σκεφτεί κριτικά και να αναζητήσει λύσεις στα προβλήματα της εποχήςΟ Kurosawa ανέλαβε έναν ηγετικό ρόλο μετά τον πόλεμο. Μέσα από τους ήρωες των ταινιών του, ενέπνευσε το κοινό, έδωσε ελπίδα για το μέλλον και βοήθησε στην αναγέννηση της ΙαπωνίαςΤο μεταπολεμικό έργο του Kurosawa αποτελεί μια σφαιρική ματιά στην Ιαπωνία της εποχής. Μέσα από ηθικά διλήμματα και ισχυρούς χαρακτήρες, ο Kurosawa καλεί το κοινό σε αυτοκριτική και αναζήτηση μιας καλύτερης κοινωνίας.

 Το τρυφερό βλέμμα του Kurosawa στην ανθρωπότητα

Ο Kurosawa, βαθιά επηρεασμένος από τη ρωσική λογοτεχνία, ιδιαίτερα από τον Dostoyevsky, ανέπτυξε ένα τρυφερό βλέμμα προς την ανθρωπότητα. Η επιρροή του αδελφού του Heigo διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξοικείωσή του με τον Dostoyevsky. Το 1951, ο Kurosawa διασκεύασε τον Ηλίθιο για τον κινηματογράφο. Η ταινία αποτυπώνει την βαθιά κατανόηση του Kurosawa για την ανθρώπινη ψυχή και την ικανότητά του να εξερευνά τα σκοτεινά και τα φωτεινά πλευρά της.  Ο Kurosawa θαυμάζε τον Dostoyevsky για την ειλικρίνειά του και την αφοσίωσή του στην αλήθεια. Σε μια συνέντευξη, δήλωσε:  "Όσο κι αν είμαστε ευγενικοί, η δική μας ευγένεια είναι μια ευγένεια που μας οδηγεί στο να κοιτάμε αλλού όταν βλέπουμε, για παράδειγμα, κάτι πολύ μίζερο. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο Dostoevsky κοιτάζει χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα του και υποφέρει μαζί με αυτούς τους ανθρώπους. Υπό αυτή την έννοια έχει, νομίζω, μια σχεδόν θεϊκή ποιότητα, παρά μια ανθρώπινη".
Η ματιά του Kurosawa συγγενεύει με αυτή του Dostoyevsky. Και οι δύο εξερευνούν τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς να κρίνουν ή να καταδικάζουν. Αντιθέτως, αναζητούν την ελπίδα και την ομορφιά ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές. Ο Kurosawa, επηρεασμένος από τον Dostoyevsky, ανέπτυξε μια ανθρωπιστική ματιά στον κινηματογράφο. Μέσα από τις ταινίες του, καλεί το κοινό να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα με ειλικρίνεια και συμπόνια.

   Ο φιλόσοφος Umehara Takeshi αναγνώρισε στον Kurosawa έναν δημιουργό οδηγούμενο από την αγάπη. Σημείωσε: "Φαίνεται να αγαπάει τους ανθρώπους περισσότερο από οποιονδήποτε λογοτέχνη. Οι χαρακτήρες στα έργα του είναι φορείς της πιο ζωντανής πράξης αγάπης".  Η αγάπη διαποτίζει το σύνολο του έργου του Kurosawa. Στο αριστούργημα "Οι Επτά Σαμουράι" (1954), επτά πολεμιστές θαρρούν την ζωή τους για να υπερασπιστούν ένα αβοήθητο χωριό. Η θυσία τους αποτελεί μια ύμνο στην ανιδιοτελή αγάπη και την αλληλεγγύη.  Το αποκορύφωμα της αγάπης στο έργο του Kurosawa έρχεται με το "Μπαρμπαρόσα" (1965). Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός γιατρού που αφιερώνει την ζωή του στη φροντίδα των φτωχών και των άρρωστων. Η αφοσίωση του και η ανιδιοτέλεια του αποτελούν πηγή έμπνευσης για όλους γύρω του.  Ο Kurosawa δεν εξιδανικεύει την αγάπη. Αναγνωρίζει ότι μπορεί να υπάρξει σε συνδυασμό με την βία και την σκληρότητα. Ωστόσο, πιστεύει ότι η αγάπη είναι η πιο δυνατή δύναμη που υπάρχει και ότι μπορεί να νικήσει το κακό.   Η αγάπη είναι ένα καίριο θέμα στο έργο του Kurosawa. Μέσα από τις ταινίες του, ο Kurosawa μας καλεί να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. 

Η διαχρονική ερώτηση του Kurosawa

Ο Kurosawa, μέσα από το έργο του, θέτει εναγωνίως το ερώτημα: "Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν πιο αρμονικά, μεταξύ τους, πιο ευτυχισμένοι και με καλύτερες προθέσεις;". Η ερώτηση αυτή παραμένει διαχρονική και επίκαιρη, καθώς οι άνθρωποι συνεχίζουν να βιώνουν συγκρούσεις και διχασμούς.

Ο Kurosawa πίστευε στην δύναμη της τέχνης να φέρει αλλαγή στον κόσμο. Μέσα από τις ταινίες του, επιδίωξε να προωθήσει την ειρήνη, την αγάπη και την κατανόηση. Η οπτική δύναμη των ταινιών του Kurosawa είναι αδιαμφισβήτητη. Η εστίασή του στην λεπτομέρεια, η χρήση φυσικού φωτισμού και η δυναμική κινηματογράφηση δημιουργούν εικόνες αξεπέραστης ομορφιάς και ρεαλισμού.  Η μέθοδος του Kurosawa ήταν μοναδική. Γύριζε κάθε σκηνή σε μία λήψη, με πολλαπλές κάμερες. Η μέθοδος αυτή απαιτούσε εξαντλητικές πρόβες και απόλυτη συντονισμό από τους ηθοποιούς. Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν μαγικό. Η αυθεντικότητα και η ένταση των συναισθημάτων ήταν απαράμιλλες. Ο Kurosawa ήταν ένας σκηνοθέτης με ξεχωριστό όραμα. Μέσα από τις ταινίες του, μας καλεί να σκεφτούμε κριτικά και να επιδιώξουμε ένα καλύτερο μέλλον. Η οπτική του δύναμη και η μοναδική του μέθοδος κινηματογράφησης εξηγούν την διαχρονική του επιρροή.

Ο Kurosawa και η οικουμενικότητα του κινηματογράφου

Ο Kurosawa πίστευε στην δύναμη του κινηματογράφου να ενώνει τους ανθρώπους. Σε μια συνέντευξη, δήλωσε: "Ο κινηματογράφος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην αμοιβαία κατανόηση με την οποία μπορούμε να ξεπεράσουμε τα σύνορα. Οι ταινίες είναι ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον. Καθώς περνάμε σε αυτή την "πλανητική εποχή", όπου απαιτείται παγκόσμια αμοιβαία κατανόηση, οι ταινίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία. Ο ρόλος του κινηματογράφου είναι επίσης όλο και πιο σημαντικός για να μπορέσουν οι άνθρωποι να ζήσουν ειρηνικά στη Γη."

Η πίστη του Kurosawa στην οικουμενικότητα του κινηματογράφου αντικατοπτρίζεται στις ταινίες του. Παρόλο που ασχολούνται με θέματα της ιαπωνικής κουλτούρας, τα μηνύματα τους είναι διαχρονικά και αγγίζουν ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Μία από τις πιο οικουμενικές ταινίες του Kurosawa είναι το "Yume" (Όνειρα, 1990). Η ταινία αποτελείται από οκτώ ιστορίες, οι οποίες εξερευνούν θέματα όπως η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, η βία, η αγάπη και η ελπίδα. Στην αρχική σύλληψη του Yume, υπήρχε και μια ένατη ιστορία, την οποία ο Kurosawa αποκαλούσε "υπέροχο όνειρο". Η ιστορία αυτή διαδραματιζόταν σε ένα μέλλον όπου η Γη είχε καταστραφεί από τον πόλεμο και οι άνθρωποι ζούσαν σε υπόγεια καταφύγια. Ωστόσο, η κλίμακα της παραγωγής ήταν τόσο μεγάλη που ο Kurosawa αποφάσισε να μην την γυρίσει. Η ακυρωμένη ιστορία του Yume μας δίνει μια ματιά στην ουτοπική οπτική του Kurosawa για το μέλλον. Παρόλο που πίστευε στην δύναμη του ανθρώπου να καταστρέψει, πίστευε επίσης στην ικανότητά του να δημιουργήσει ένα καλύτερο κόσμο.  Ο Kurosawa ήταν ένας σκηνοθέτης με παγκόσμια εμβέλεια. Μέσα από τις ταινίες του, μας καλεί να ενωθούμε ως ανθρωπότητα και να δημιουργήσουμε ένα ειρηνικό και βιώσιμο μέλλον. Η ακυρωμένη ιστορία του Yume έχει περιγραφεί σε διάφορα βιβλία και άρθρα για τον Kurosawa. Είναι μια ενδιαφέρουσα ματιά σε τις σκέψεις και τα οράματά του για το μέλλον.

Η χαμένη σκηνή του "Όνειρου":


Akira Kurosawa

Η σκηνή ξεκινά με έναν τηλεοπτικό εκφωνητή να ανακοινώνει με ενθουσιασμό: "Η ειρήνη επιτέλους ήρθε! Η πολυαναμενόμενη ειρήνη, ήρθε!". Ηγέτες από όλο τον κόσμο έχουν υπογράψει ομόφωνα μια παγκόσμια συνθήκη ειρήνης. Πλήθος όπλων είναι στοιβασμένα στο κέντρο μιας μεγάλης πλατείας της πόλης. Τανκς, μαχητικά και κανόνια σχηματίζουν ένα βουνό, ενώ άνθρωποι από πολλές χώρες χορεύουν και τραγουδούν χαρούμενα γύρω τους. Κραυγές χαράς αντηχούν στην πλατεία. Ένα αερόστατο αιωρείται στον ουρανό και κοπέλες πετούν πέταλα στον αέρα. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και γεμάτη ελπίδα.  Αυτή η σκηνή αποτελεί την κορύφωση της ταινίας "Όνειρο". Ο Kurosawa την ονείρευτηκε ως ένα σύμβολο ειρήνης και ενότητας. Στο σημειωματάριό του, έγραψε: Ας ονειρευτούμε. Το πιο όμορφο, το πιο σπουδαίο, το πιο υπέροχο όνειρο. Ένας κόσμος, μια γη. Είναι πραγματικά ένα όνειρο; Ακόμα κι αν είναι μόνο ένα όνειρο, είναι καλό.
Για τον Kurosawa, ο κινηματογράφος δεν ήταν μόνο μια μορφή τέχνης, αλλά και ένα μέσο για να φέρει αλλαγή στον κόσμο. Πίστευε ότι η τέχνη μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους και να τους ενεπνεύσει να δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Η χαμένη σκηνή του "Όνειρου" ίσως να μην γυρίστηκε ποτέ, αλλά το μήνυμά της παραμένει ζωντανό. Μας υπενθυμίζει ότι η ειρήνη και η ενότητα είναι εφικτά, αν μόνο πιστέψουμε σε αυτά.

Ο κινηματογράφος του Akira Kurosawa: Σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης

Ο Akira Kurosawa στέκεται ως μια εμβληματική μορφή του παγκόσμιου κινηματογράφου. Το έργο του διακρίνεται για την μοναδική σύνθεση ανατολικών και δυτικών επιρροών, δημιουργώντας ταινίες διαχρονικές και γεμάτες ομορφιά. Από νεαρή ηλικία, ο Kurosawa ήρθε σε επαφή με τον δυτικό κινηματογράφο, ο οποίος τον επηρέασε βαθιά. Αυτή η επιρροή είναι ορατή σε πολλές ταινίες του, όπως "Οι Επτά Σαμουράι" (1954) και "Ο Θρόνος του Αίματος" (1957), οι οποίες βασίζονται σε ιστορίες από την Δύση.  Παράλληλα, ο Kurosawa αντλούσε έμπνευση από την πλούσια παράδοση της ιαπωνικής κουλτούρας. Η αγάπη του για την ιστορία και την λογοτεχνία της Ιαπωνίας φαίνεται σε ταινίες όπως "Ρασομόν" (1950) και "Κανένας Άγγελος Δεν Είναι Πιο Βίαιος" (1961).  Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο Kurosawa προσάρμοζε τα λογοτεχνικά έργα που διασκεύαζε. Είτε πρόκειται για Shakespeare, Tolstoy ή Dostoyevsky, ο Kurosawa καταφέρνει να διατηρήσει την ψυχή των έργων αυτών, ενώ ταυτόχρονα τους δίνει μια νέα, ιαπωνική πνοή.  Τέλος, σημαντική είναι η εισαγωγή της τεχνικής του "ισοπέδωσης του κάδρου" τη δεκαετία του 1950. Η τεχνική αυτή, η οποία έκανε χρήση τηλεφακών, βοήθησε τον Kurosawa να δημιουργήσει πιο δυναμικές και ρεαλιστικές σκηνές. 

Σκηνοθετικές τεχνικές και κληρονομιά του Kurosawa

Πέρα από την σύνθεση ανατολικών και δυτικών στοιχείων, ο Kurosawa υιοθετούσε μοναδικές σκηνοθετικές τεχνικές που σφράγισαν το έργο του. Πίστευε στην δύναμη των πραγματικών ερευνών, χρησιμοποιώντας φυσικά σκηνικά και κοστούμια για να δημιουργήσει μια αίσθηση ρεαλισμού.

Επιπλέον:

  • Προτιμούσε να τοποθετεί τις κάμερες μακριά από τους ηθοποιούς, επιτρέποντάς τους να εκφραστούν πιο ελεύθερα.
  • Χρησιμοποιούσε πολλαπλές κάμερες για να καταγράψει μια σκηνή από διαφορετικές γωνίες, εξασφαλίζοντας δυναμικό μοντάζ.
  • Έντασσε τα καιρικά φαινόμενα (βροχή, χιόνι) ως οργανικά στοιχεία των σκηνών.
  • Ήταν γνωστός για την τελειομανία του, επαναλαμβάνοντας σκηνές μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.
  • Απαιτούσε από τους ηθοποιούς να ντύνονται με τα ρούχα των ρόλων τους για μήνες πριν τα γυρίσματα, για να αποκτήσουν φυσικότητα.
  • Προτιμούσε απλές μουσικές επενδύσεις, με έμφαση σε ένα μοναδικό όργανο.

Η επιρροή του Kurosawa στον παγκόσμιο κινηματογράφο είναι αδιαμφισβήτητη. Σκηνοθέτες όπως ο Sergio Leone, ο John Sturges, ο Lee Katzin και ο Georges Lucas αναγνωρίζουν την επίδρασή του στο έργο τους.  Ο Kurosawa παραμένει ο πιο αναγνωρίσιμος Ιάπωνας σκηνοθέτης διεθνώς, μια εμβληματική μορφή που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στην έβδομη τέχνη.

 Ο Ακίρα Κουροσάβα δεν ήταν απλά ένας σκηνοθέτης, αλλά ένας οραματιστής. Συνδύασε με μοναδικό τρόπο την ιαπωνική παράδοση με την παγκόσμια αφήγηση, δημιουργώντας αριστουργήματα που σημάδεψαν ανεξίτηλα την τέχνη του κινηματογράφου.

Akira Kurosawa

 

 

3/27/2024

Quentin Tarantino: Σκιαγραφώντας μια θρυλική καριέρα

 

Το έργο του έχει περάσει στην κινηματογραφική ιστορία με βίαιες σκηνές, δύο Όσκαρ και δύο Χρυσές Σφαίρες για το καλύτερο πρωτότυπο σενάριο για τις ταινίες του Pulp Fiction και Django Unchained. Αντιμετωπίστηκε με καχυποψία από εκείνους που πιστεύουν ότι βοήθησε την πρώην φίλη του, Sofia Coppola, να κερδίσει τον Χρυσό Λέοντα για το Somewhere, όντας πρόεδρος της κριτικής επιτροπής για την έκδοση του 2010. Ο Tarantino παρέμεινε επίσης στο στόχαστρο εκείνων που είναι τόσο πολέμιοι όσο και υποστηρικτές της βίας. Πριν από την άνοδό του στη δόξα, ο Tarantino σχεδίαζε να γυρίσει με φίλους του ένα σενάριο low-budget, το οποίο έπεσε στα χέρια του Lawrence Bender. Αυτή η ταινία, γνωστή ως Reservoir Dogs, του έδωσε ισχυρή ώθηση, εκτοξεύοντας την καριέρα του ως έναν από τους καλύτερους σκηνοθέτες των τελευταίων ετών.
Το 2014, το σενάριο για το The Hateful Eight κλάπηκε και δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο χωρίς την άδειά του, γεγονός που εξαπέλυσε την οργή του Κουέντιν και αποφάσισε να ακυρώσει το πρότζεκτ και να μην το κάνει ταινία. Ωστόσο, λίγο αργότερα, άλλαξε γνώμη και δήλωσε ότι τα γυρίσματα θα συνεχιστούν. Ας δούμε την ζωή του..

 Ο Quentin Tarantino είναι 61. Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από τριάντα και πλέον χρόνια, ήταν το νέο παιδί-θαύμα του Χόλιγουντ. Ένας αχόρταγος παραμυθάς με τη δική του φωνή, δεν αρνήθηκε ποτέ ότι ανήκε σε μια γενιά. Φαίνεται ότι όλος ο κινηματογράφος συγκλίνει σε αυτόν, ότι τα είδε όλα και ότι μετατρέπει τα πάντα σε ραντεβού για ένα από τα έργα του. Από πολύ νωρίς τον διέσχισε ο κινηματογράφος. Σαν να ήταν αναπόφευκτο να αφιερωθεί σε αυτόν. Σε αυτές τις τεράστιες, σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες, όπου στην αρχή πήγαινε από υποχρέωση, σχεδόν παρασυρμένος από τη μητέρα του, βρήκε έναν τρόπο να βλέπει τον κόσμο, να τον αντιμετωπίζει.


Ο Quentin Tarantino (1963) γεννήθηκε στο Τενεσί των Ηνωμένων Πολιτειών στις 27 Μαρτίου 1963. Η Connie McHugh, η μητέρα του, γνώρισε τον Tony Tarantino στο Λος Άντζελες. Ερωτεύτηκαν και σύντομα έμεινε έγκυος. Στις 27 Μαρτίου 1963 γεννήθηκε ο Quentin, ο μοναχογιός τους. Η σχέση τους ήταν φευγαλέα. Ο Tony εξαφανίστηκε και συνέχισε να προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να γίνει ηθοποιός. Επέστρεψε στο Τενεσί με τους γονείς της. Τρία χρόνια αργότερα όμως εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Λος Άντζελες.Η ζωή του φαίνεται ότι σημαδεύτηκε από τη στιγμή που η μητέρα του επέλεξε το όνομά του. Ήταν ένας φόρος τιμής στον Quint Asper, τον χαρακτήρα που υποδυόταν ο Burt Reynolds στη μακρόχρονη αμερικανική τηλεοπτική επιτυχία Gunsmoke. Η μητέρα του δεν τον φώναζε Quentin, τον φώναζε Quint. . Από μικρός παρακολουθούσε κινηματογραφικές προβολές και σύντομα έγινε κινηματογραφόφιλος και θαυμαστής των εναλλακτικών ταινιών.


Στο πρόσφατο βιβλίο του Cinema Speculation που κυκλοφόρησε πέρσι, ο Ταραντίνο διηγείται πώς πήγε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο όταν ήταν 7 ετών. Πήγε με τη μητέρα του και τον πατριό του στο Tiffany στη Sunset Boulevard. Διπλή προβολή: το Joe του John Avildsen και το Where's Pappa? του Carl Reiner με πρωταγωνιστή τον George Segal. Δεν ήταν ταινίες για μωρό, αλλά το ζευγάρι δεν είχε κανέναν να τον αφήσει. Του άρεσε η ταινία του Avildsen (την περιγράφει ως προάγγελο του Ταξιτζή) για δύο λόγους: οι μεγάλοι άνθρωποι γελούσαν και ο 7χρονος Quentin το έβρισκε αυτό διασκεδαστικό και μεταδοτικό, και στην ταινία υπήρχαν πολλές βρισιές: λίγα πράγματα έκαναν ένα παιδί να γελάσει και να τον γοητεύσουν περισσότερο. Στην κορύφωση της ταινίας αποκοιμήθηκε και η μητέρα του γλίτωσε από κάποιες εξηγήσεις, ακόμα και από κάποια ψέματα. Ξύπνησε για τη δεύτερη ταινία. Λέει ότι δεν την ξαναείδε ποτέ, αλλά θυμάται ξεκάθαρα αρκετά ξεκαρδιστικά γκαγκ με πρωταγωνιστή τον Segal. Στις αρχές εκείνης της δεκαετίας του '70, συνοδεύοντας τη μητέρα του, είδε σπουδαίες ταινίες, αν και σχεδόν καμία δεν ήταν για παιδί. Bullit, Contact in France, Klute, Dirty Harry, The Godfather. Μερικές φορές αποκοιμιόταν, μερικές φορές δεν καταλάβαινε τίποτα. Μερικές φορές βαριόταν. Όμως η μεγάλη οθόνη, οι ιστορίες, οι σκηνές δράσης, οι ηθοποιοί σε γιγαντιαίο μέγεθος, τα κοντινά πλάνα που διέγραφαν με ακτίνες Χ κάθε χειρονομία, του προκαλούσαν μια γοητεία που είχε αρχίσει να αναγνωρίζει. Κατά τη διάρκεια του έργου Carnal Knowledge, ο 9χρονος Quentin προκαλεί το γέλιο όλου του κοινού. Ο χαρακτήρας του Art Garfunkel θέλει να κάνει σεξ με τον χαρακτήρα της Candice Bergen και για μεγάλο μέρος της ταινίας επιμένει και ρωτάει: "Να το κάνουμε;", "Dale, μου υποσχέθηκες ότι θα το κάνουμε", "Πότε θα το κάνουμε;". Ο Quentin ρωτάει τη μητέρα του, με την ψηλή φωνή του, αλλά αρκετά δυνατά ώστε να την ακούει όλη η υπόλοιπη αίθουσα: "Τι θέλουν να κάνουν, μαμά;". Σε μια άλλη περίπτωση, όταν στο δρόμο για το σπίτι, η μητέρα στο αυτοκίνητο ισχυρίστηκε ότι ο Butch Cassidy and the Sundance Kid είχε πεθάνει στην τελευταία σκηνή, ο Quentin θύμωσε. Της φώναξε ότι πώς το ήξερε, ότι δεν ήταν δυνατόν, ότι είχαν παγώσει στο τελευταίο πλάνο και ότι θα έπρεπε να δούμε τι θα συνέβαινε. Την ημέρα που συνειδητοποίησε ότι παρακολουθούσε ταινίες που ήταν αυστηρά απαγορευμένες για τα άλλα παιδιά της ηλικίας του, ρώτησε τη μητέρα του γιατί. Quint", απάντησε εκείνη, "θα ανησυχούσα πολύ περισσότερο για σένα που βλέπεις ειδήσεις παρά αυτές τις ταινίες. Παρά το χοντροκομμένο θέμα (τέτοιος ήταν ο αμερικανικός κινηματογράφος στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το Νέο Χόλιγουντ), ο Tarantino λέει ότι η μόνη ταινία που δεν μπορούσε να αντέξει εκείνα τα χρόνια ήταν το Bambi, το οποίο θεωρούσε πολύ σκληρό.Αγάπη για τον κινηματογράφο Αλλά η εμπειρία που τον άλλαξε για πάντα, ήρθε μερικά χρόνια αργότερα. Η μητέρα του, η οποία είχε γίνει οπαδός του Blaxploitation, είχε εγκαταλείψει τον πατριό του και άρχισε να έχει μόνο αφροαμερικανούς συντρόφους. Ένας από αυτούς ήταν ποδοσφαιριστής. Προκειμένου να καλοπιάσει τη μητέρα του, του έκανε το χατίρι. Ένα απόγευμα οι δύο τους, πήγαν μόνοι τους στον κινηματογράφο. Ο Quentin προσελκύστηκε από τον Blaxplotiation λόγω του ενδιαφέροντος της μητέρας του. Πήγαν να δουν το Black Gunn με τον Jim Brown, έναν πρώην ποδοσφαιριστή που έγινε αστέρας του Blaxploitation. Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Υπήρχαν 850 έγχρωμοι άνθρωποι, κυρίως άνδρες. Στο βιβλίο του, ο Tarantino λέει ότι αυτή η εμπειρία τον μεταμόρφωσε για τα καλά, ότι δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος: "Από εκείνη τη στιγμή και μετά, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, πέρασα όλη μου τη ζωή πηγαίνοντας να δω ταινίες και κάνοντας ταινίες, σε μια προσπάθεια να αναπαραστήσω την εμπειρία του να βλέπω μια νεοκυκλοφορημένη ταινία του Jim Brown, ένα Σαββατόβραδο, σε μια αίθουσα με μαύρο κοινό το 1972. Στα 14 του, μια νεαρή θεία τον πήγε να δει το διπλό φιλμ Deep Throat και The Devil in Miss Jones. Ήταν στις δύο τα ξημερώματα και κανείς δεν θεώρησε σωστό να εμποδίσει το ανήλικο παιδί να μπει στην αίθουσα.Ο Quentin δεν ήταν καλός μαθητής. Όταν ήταν 15 ετών έκλεψε ένα βιβλίο, ένα pulp μυθιστόρημα, μια αστυνομική ιστορία του Elmore Leonard. Το έλεγαν "The Switch". Η μητέρα του το ανακάλυψε και τον ανάγκασε να το επιστρέψει και να ζητήσει συγγνώμη. Ο Quentin εγκατέλειψε το σχολείο πριν τελειώσει. Διάβαζε αστυνομικά μυθιστορήματα, παρακολουθούσε ταινίες και δούλευε ό,τι μπορούσε. Έγραφε επίσης. Πολύ. Ήθελε να γυρίσει ταινίες. Αυτές οι πρώτες απόπειρες ήταν δικές του εκδοχές - δικές του, κάπως αποκλίνουσες από το πρωτότυπο - επιτυχιών της εποχής. Δούλευε από την εφηβεία του. Είχε πολλές δουλειές, αν και στη βιογραφία του ξεχωρίζει η τελευταία, αυτή που γεννά τον μύθο: αυτή του υπαλλήλου βιντεοκλάμπ, εθισμένου στις ταινίες, που γνωρίζει τον κινηματογράφο από όλο τον κόσμο, που μπορεί να δει αρετές εκεί που οι άλλοι βλέπουν μόνο περισσότερα από τα ίδια, τεμπέλικες ιστορίες του είδους που επαναλαμβάνουν φόρμουλες.


Στον κινηματογράφο όπου είδε τη διπλή προβολή των δύο πιο διάσημων ταινιών πορνό, αυτών που τον μαζοποίησαν, δύο χρόνια αργότερα, ο Quentin βρήκε μια από τις πρώτες του δουλειές: σε ηλικία 16 ετών προσλήφθηκε ως ταξιθέτης. Πάντα υποστήριζε ότι ήταν η καλύτερη δουλειά που είχε ποτέ στη ζωή του. Ύστερα από τη δουλειά του ταξιθέτη, την εργασία του σε ένα εργοστάσιο αεροσκαφών και μερικές άλλες δουλειές, έγινε υπάλληλος στο Video Archives, ένα βιντεοκλάμπ στην Καλιφόρνια. Εκεί παρακολουθούσε ταινίες από όλο τον κόσμο επί ώρες κάθε μέρα επί πέντε χρόνια. Είδε τις κλασικές, αλλά και εκείνες που κανείς δεν είχε στο ραντάρ του. Εικόνες, πλάνα και σκηνές που μια μέρα θα χρησιμοποιούσε, αποτυπώθηκαν στην αδηφάγο μνήμη του. Ο Tarantino εργάστηκε για περισσότερα από πέντε χρόνια σε ένα βιντεοκλάμπ στην Καλιφόρνια. Εκεί παρακολουθούσε εμμονικά ταινίες από όλο τον κόσμο. Ο εκλεκτικισμός του πηγάζει από αυτό το υπόβαθρο. Ο κατάλογος των αγαπημένων του ταινιών και σκηνοθετών περιλαμβάνει τις ταινίες Apocalypse Now, Rio Bravo, Blow Out, τα σπαγγέτι γουέστερν του Sergio Leone, Jaws, Carrie, τον κορεατικό κινηματογράφο, το Matador του Almodovar και τον Kurosawa. Ο Tarantino εργάστηκε για περισσότερα από πέντε χρόνια σε ένα βιντεοκλάμπ στην Καλιφόρνια. Εκεί παρακολουθούσε εμμονικά ταινίες από όλο τον κόσμο.  Ο εκλεκτικισμός του πηγάζει από αυτό το υπόβαθρο. Ο κατάλογος των αγαπημένων του ταινιών και σκηνοθετών περιλαμβάνει τις ταινίες Apocalypse Now, Rio Bravo, Blow Out, τα σπαγγέτι γουέστερν του Sergio Leone, Jaws, Carrie, τον κορεατικό κινηματογράφο, το Matador του Almodovar και τον Kurosawa.

Έγινε μέλος της θεατρικής ομάδας James Best Theatre Company και σύντομα έγραψε το πρώτο του σενάριο με τίτλο "Captain Peachfuzz and the Anchovy Bandit" σε ηλικία 22 ετών.  Η πρώτη δουλειά που βρήκε στη βιομηχανία δεν ήταν και τόσο λαμπερή. Ήταν βοηθός παραγωγής για ένα βίντεο γυμναστικής με πρωταγωνιστή τον Dolph Lundgren, τον Ivan Drago από το Rocky IV. Ενώ δούλευε στο βιντεοκλάμπ κάθε μήνα, αποταμίευε μερικές εκατοντάδες δολάρια από τον μισθό του. Όταν είχε 5.000 δολάρια, μπόρεσε να αρχίσει να γυρίζει, στον ελεύθερο χρόνο του, το επόμενο έργο του: Τα γενέθλια του καλύτερου φίλου μου. Για περισσότερο από ένα χρόνο έκανε γυρίσματα τα Σαββατοκύριακα. Ένας φίλος σκηνοθέτης του δάνεισε μια κάμερα, και οι συνάδελφοί του από το βιντεοκλάμπ έπαιζαν ρόλους και χρησίμευαν ως συνεργείο όταν χρειαζόταν. Αλλά μια πυρκαγιά στο εργαστήριο σήμαινε ότι το μισό υλικό χάθηκε. Μια εκδοχή λίγο περισσότερο από μισή ώρα είναι διαθέσιμη στο You Tube.Λίγο καιρό πριν, είχε αρχίσει να μελετάει υποκριτική με τον Ronnie, τον συγκάτοικό του. Όταν έπρεπε να κάνουν σκηνές μαζί, σχεδόν ως βία - την οποία, όπως όλοι οι άλλοι, δεν μπορούσε να ελέγξει - ο Ταραντίνο ξαναέγραφε αυτές τις διάσημες κινηματογραφικές σκηνές, ενώ προσπαθούσε να αναπτύξει τις δικές του ιστορίες. Μια μέρα επρόκειτο να προβληθεί μια σκηνή από το Marty, το βραβευμένο με Όσκαρ σενάριο του Paddy Chayefsky για τον Hitchcock. Ο Chayefsky θεωρούνταν ένας από τους καλύτερους σεναριογράφους στο Χόλιγουντ. Ο φίλος του του είπε ότι αυτό που είχε γράψει ο Quentin ήταν καλύτερο από το αρχικό κείμενο του θρύλου του Χόλιγουντ. Αυτή, είπε, ήταν μια θεμελιώδης στιγμή και από τότε έγινε όλο και πιο ζωηρός. Αλλά γνωρίζοντάς τον, κανείς δεν μπορεί να έχει καμία αμφιβολία ότι αν υπήρξε ποτέ έλλειψη εμπιστοσύνης στον Tarantino, αυτή ήταν η αυτοπεποίθηση.

Μαζί με τον φίλο του Scott Magill έγραψε και σκηνοθέτησε μια ταινία μικρού μήκους, Love Birds in Bondage. Αλλά λίγο αργότερα, ο Scott αυτοκτόνησε. Πριν το κάνει αυτό, κατέστρεψε το μοναδικό αντίγραφο της ταινίας μικρού μήκους.Προσπάθησε να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού σπουδάζοντας στο "'Allen Garfield's Actors' Shelter", αλλά η κατεύθυνσή του θα ήταν ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Λέγεται ότι η εργασιακή του ικανότητα, όταν είναι ενεργός, είναι τρελή. Είναι υπερκινητικός, μπορεί να αντιμετωπίσει μαραθώνιες συνεδρίες, που διαρκούν όλη την ημέρα. Στα νεανικά του χρόνια, περνούσε δεκάδες ώρες σε καφετέριες και μπαρ, γεμίζοντας σημειωματάρια με τις ιδέες του, την ανάπτυξη των χαρακτήρων και τις σκηνές- δημιουργούσε περισσότερες σκηνές για κάθε χαρακτήρα σε κάθε ταινία από όσες θα μπορούσε να γυρίσει οποιοσδήποτε κινηματογραφιστής σε μια ζωή. Στα μετέπειτα χρόνια η δουλειά πήρε μια μέθοδο, η ζωή του έγινε πιο τακτοποιημένη καθώς ωρίμαζε. Οι συνεδρίες του είναι πολύωρες, αλλά ξεκινούν στις 10 το πρωί και δεν ξεπερνούν ποτέ την ώρα του δείπνου.


Το 1992, Σε ένα μπάρμπεκιου, ο Tarantino μίλησε σε έναν παραγωγό για μια ιδέα που είχε για μια ταινία ληστείας. Ήταν το Reservoir Dogs. Ο άνθρωπος, που είχε κάποια εμπειρία στο Χόλιγουντ, του είπε ότι αν μπορούσε να τη διαμορφώσει, αν μπορούσε να βάλει όλες αυτές τις ιδέες σε ένα σενάριο, θα μπορούσε να γίνει ταινία. Αφού είχε μια γυαλισμένη εκδοχή, ο Monte Hellman τον βοήθησε με το τελικό σενάριο και τον σύστησε σε παραγωγούς. Το τελευταίο βήμα ήταν να διαβάσει το σενάριο ο Harvey Keithel. Έβαλε χρήματα από την τσέπη του, ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο και έγινε μάλιστα ένας από τους παραγωγούς. Η εναρκτήρια σκηνή του Reservoir Dogs προστέθηκε από τον Tarantino για να έχει περισσότερο λόγο ο κύριος Blue, τον οποίο υποδύεται ο Edward Bunker, ένας πρώην κλέφτης. Παραδόξως, είναι η μόνη σκηνή που ο Bunker δεν ενέκρινε. Είπε ότι αφαιρεί από την αληθοφάνεια της υπόλοιπης ιστορίας. Ποτέ δεν θα συγκέντρωνε την ομάδα των εγκληματιών του σε δημόσιο χώρο πριν από μια μεγάλη ληστεία, πόσο μάλλον με ρούχα που τους καθιστούν αμέσως ύποπτους. Οποιοσδήποτε μάρτυρας θα τους θυμόταν. Ωστόσο, εκείνη η πρώτη σκηνή, αυτοί οι άντρες με τα χρωματιστά ονόματα που μιλούσαν για το νόημα του Like a Virgin της Madonna προκάλεσε ένα είδος επανάστασης. Ήταν μια υπέροχη και καθόλου επιτηδευμένη εισαγωγή στον κινηματογράφο του Tarantino. Υπέροχο soundtrack με ξεχασμένα θέματα, γρήγορος διάλογος που δεν σχετίζεται απαραίτητα με την πλοκή, τρισδιάστατοι χαρακτήρες, απροκάλυπτη βία, φόρος τιμής στους προκατόχους του, επίσκεψη στα είδη χωρίς να τα υποτιμά, να τα διαστρεβλώνει και να τα ανανεώνει. Η ταινία έκανε πρεμιέρα με μεγάλη επιτυχία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance του Robert Redford.Έγινε όμως γνωστός ως σεναριογράφος για τις ταινίες "Love at Burnout" και "Natural Born Killers",που κυκλοφόρησαν το 1993,για να γυριστούν από τον Oliver Stone. Προσλήφθηκε επίσης ως γιατρός σεναρίων για να διορθώσει σενάρια για διάφορα τανκς του Χόλιγουντ. Απέρριψε τη σκηνοθεσία αρκετών βιομηχανικών προϊόντων, όπως το Speed και το Men in Black. Ο Ταραντίνο σκόπευε να συνεχίσει με τον δικό του τρόπο, με τα δικά του έργα. Πήγε σε απομόνωση στο Άμστερνταμ για να τελειώσει το Pulp Fiction. Η ταινία γνώρισε κολοσσιαία επιτυχία από κοινό και κριτικούς. Έγινε ένα όνομα με το δικό του δικαίωμα, ένας σκηνοθέτης με φωνή και στυλ.

Ο Quentin Tarantino έλαβε αρκετές προσκλήσεις για να εργαστεί στο Χόλιγουντ, αλλά προτίμησε να απομονωθεί στο Άμστερνταμ προκειμένου να συλλάβει μια άλλη ταινία: το "Pulp Fiction", που έγραψε και σκηνοθέτησε ο ίδιος. Η ταινία γνώρισε επιτυχία στο κοινό το 1994 και κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών. Έλαβε επίσης το Όσκαρ καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου και ήταν υποψήφια για καλύτερη ταινία.

Το 1997,  τρίτη ταινία ήταν το Jackie Brown, μια ταραντινική, blaxploitation διασκευή ενός μυθιστορήματος του Elmore Leonard, το Rum Punch, η συνέχεια του The Switch, του pulp μυθιστορήματος που είχε κλέψει σε ηλικία 15 ετών,Το 2003 και το 2004, έγραψε και σκηνοθέτησε τις ταινίες "Kill Bill" τόμος 1 και τόμος 2, οι οποίες επαινέθηκαν για την ερμηνεία της ηθοποιού Uma Thurman. Το 2007 σκηνοθέτησε την ταινία Death Proof, η συμμετοχή του στη διπλή ταινία με τον Robert Rodriguez, ήταν η είσοδός του στο είδος του τρόμου και γεννήθηκε από έναν δικό του φόβο. Αγόρασε ένα πανάκριβο και πολύ γρήγορο Volvo, αλλά την ίδια στιγμή που το αγόρασε του δημιουργήθηκε ένας πανικός ότι θα πέθαινε σε τροχαίο ατύχημα. Δεν το οδηγούσε μέχρι που κάποιος του είπε ότι αυτό θα μπορούσε να λυθεί πολύ εύκολα. Για 15.000 δολάρια, οι ειδικοί που ήταν υπεύθυνοι για τις σκηνές καταδίωξης αυτοκινήτων στο Χόλιγουντ θα ενίσχυαν το αυτοκίνητο και θα το έκαναν "ανθεκτικό στο θάνατο". Ο Tarantino, παράλληλα, μπόρεσε να οδηγήσει το Volvo του και βρήκε το θέμα της ταινίας τρόμου του. και το 2009 σκηνοθέτησε την ταινία "Inglourious Basterds". Η τελευταία έλαβε υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερης ταινίας και κέρδισε το βραβείο καλύτερου β' ανδρικού ρόλου.

Ο Quentin Tarantino έχει παραδεχτεί την επιρροή του από τον αγγλικό κινηματογράφο, τις ταινίες γουέστερν, τις πολεμικές τέχνες και τη γαλλική Nouvelle Vague. Η κινηματογραφική του αισθητική θεωρείται πρωτοποριακή και τολμηρή, με νύξεις βίας και χιούμορ.  Η πρώτη έκδοση ενός από τα σενάριά του απέχει πολύ από την τελική. "Είναι ένα βουνό από χαρτί και μελάνι στο οποίο τα πάντα είναι τραγελαφικά παραγεγραμμένα", είπε κάποτε. Γράφει τόμους-μαμούθ 500 σελίδων, ένα είδος ροής συνείδησης, στους οποίους βάζει όλα όσα του πέρασαν από το μυαλό κατά τη διάρκεια αυτών των ετών προετοιμασίας. Πολλαπλές ιδέες, συχνά αντικρουόμενες, που τροφοδοτούν αυτό το υπερχειλίζον τέρας. Στη συνέχεια έρχεται η προσπάθεια της επανεγγραφής και της επιμέλειας. Κόβει και γυαλίζει μέχρι να φτάσει σε κινηματογραφικές εκδοχές, εκδοχές σε ανθρώπινη κλίμακα που του επιτρέπουν να γυρίσει μια ταινία λίγο μεγαλύτερη από δύο ώρες. Δεν έμαθε ποτέ να δακτυλογραφεί. Βρίσκει πολύ δύσκολο να μετατρέψει τα χειρόγραφα κείμενά του σε ψηφιακό έγγραφο. Συνήθως επιστρατεύει τη βοήθεια γραμματέων στις οποίες υπαγορεύει. Αλλά όταν θέλει να έχει μια πιο αυστηρή εκδοχή του κειμένου, όταν θέλει το σενάριο να πάρει την τελική του μορφή, είναι αυτός που καταφεύγει στο πληκτρολόγιο. Και με ένα δάχτυλο σε κάθε χέρι, σχεδόν ψάχνοντας γράμμα προς γράμμα, το καταγράφει. Λέει ότι χρησιμοποιεί αυτή τη μέθοδο επειδή τη βρίσκει τόσο επίπονη, ώστε μόνο ό,τι πραγματικά αξίζει, ό,τι αξίζει μια τέτοια προσπάθεια, μπαίνει στο τελικό κείμενο. Συνήθως, οι διάσημοι σκηνοθέτες στρέφονται στις ταινίες είδους όταν προέρχονται από μια αποτυχία και πρέπει να πειθαρχήσουν μπροστά στους παραγωγούς και να ξαναβγούν στην επιφάνεια. Ο Tarantino μπαίνει σε αυτές με τη θέλησή του, χωρίς κόμπλεξ. Τα διαπερνάει, περνάει μέσα από κάθε κανόνα τους και επίσης τους διαστρεβλώνει και τους διευρύνει. Με τον δικό του τρόπο, έχει ήδη γυρίσει ταινίες για ληστείες (Heist), γουέστερν, πόλεμο, τρόμο, γουέστερν, μποξ (γι' αυτόν αυτό είναι το Pulp Fiction), πολεμικές τέχνες. Στα δύο τελευταία του έργα δημιούργησε ακόμη και ένα νέο είδος. Τη μεταγενέστερη ουχρονία, αυτή που βελτιώνει τα γεγονότα, αυτή που δείχνει τον κόσμο όχι όπως ήταν, αλλά όπως θα έπρεπε να ήταν. Για τι άλλο είναι ο κινηματογράφος; Έτσι, ναζιστές ιεράρχες απανθρακώνονται σε έναν κατάμεστο κινηματογράφο και η φατρία των Μάνσον σφαγιάζεται ενώ η Sharon Tate γεννάει.

Ο Quentin Tarantino, όντας μια εμβληματική και αμφιλεγόμενη φυσιογνωμία στον κόσμο του κινηματογράφου, μας προετοιμάζει για την δέκατη και, όπως ο ίδιος διατείνεται, τελευταία ταινία του. Φέροντας τον τίτλο "The Movie Critic", η ταινία φέρνει στο προσκήνιο τον κόσμο της κριτικής, με φόντο την δεκαετία του '70.

Πολλές φήμες κυκλοφορούν γύρω από το "The Movie Critic". Κάποιοι θεωρούν ότι η ταινία θα βασίζεται στην ζωή και το έργο της θρυλικής κριτικού Pauline Kael, γνωστής για την αιχμηρή γραφή και την ασυμβίβαστη ματιά της. Η Kael άφησε το στίγμα της στον κόσμο του κινηματογράφου, ασκώντας κριτική με θάρρος και ειλικρίνεια, στοιχεία που ταιριάζουν με το ύφος του Tarantino.

Ωστόσο, ο Tarantino δεν έχει επιβεβαιώσει τίποτε σχετικά με την πλοκή ή τους χαρακτήρες. Αφήνει το μυστήριο να αιωρείται, αφήνοντας χώρο για ερμηνείες και εικασίες.

Πολλοί αμφισβητούν την δήλωση του Tarantino ότι η δέκατη ταινία του θα είναι η τελευταία. Ο σκηνοθέτης έχει υιοθετήσει μια παρόμοια στάση στο παρελθόν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για μελλοντικές δημιουργίες.

Ανεξάρτητα από την ερμηνεία, το "The Movie Critic" αποτελεί ένα πολυαναμενόμενο project. Η φήμη του Tarantino, η αύρα μυστηρίου γύρω από την ταινία και η πιθανή σύνδεση με την Pauline Kael, τροφοδοτούν το ενδιαφέρον και την περιέργεια του κοινού.

Μένει να δούμε αν η ταινία θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες και αν θα σημάνει όντως το τέλος της σκηνοθετικής καριέρας του Tarantino.

 




3/25/2024

Η Τετάρτη του Δάντη και 700 χρόνια από τον θάνατό του


25 Μαρτίου, συμπληρώθηκαν 700 χρόνια από τον θάνατο του Δάντη Αλιγκιέρι, του κοσμοκαλόγερου της ιταλικής λογοτεχνίας και συγγραφέα της Θείας Κωμωδίας. Η επέτειος αυτή, γνωστή και ως Τετάρτη του Δάντη, αποτελεί μια σημαντική στιγμή για τον εορτασμό της λογοτεχνικής κληρονομιάς του και της διαχρονικής αξίας του έργου του.

Η ζωή και το έργο του Δάντη:

Ο Δάντης γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1265 και υπήρξε μάρτυρας μιας ταραχώδης περιόδου στην ιταλική ιστορία. Πολιτικά διλήμματα, έριδες και συγκρούσεις σημάδεψαν την εποχή του, στοιχεία που αποτυπώνονται με σαφήνεια στα λογοτεχνικά του αριστουργήματα. Η Θεία Κωμωδία, ένα αθάνατο ποίημα χωρισμένο σε Κόλαση, Καθαρτήριο και Παράδεισο, αποτελεί magnum opus του Δάντη. Μέσα από ένα ονειρικό ταξίδι, ο ποιητής περιγράφει με γλαφυρότητα και λυρισμό τα βάθη της κολάσεως, την κάθαρση της ψυχής και την αγαλλίαση του παραδείσου.

Η σημασία της Τετάρτης του Δάντη:

Η Τετάρτη του Δάντη δεν αποτελεί απλώς μια επέτειο θανάτου. Είναι μια ημέρα αφιερωμένη στον εορτασμό της λογοτεχνικής δημιουργίας, της κριτικής σκέψης και της διαχρονικής αξίας των ιδεών. Ο Δάντης, με το εύρος και το βάθος του έργου του, υψώνεται ως φωνή διαχρονική, μιλώντας για την ανθρώπινη φύση, την ηθική, την πνευματικότητα και την αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης.

Εορτασμοί για τα 700 χρόνια: Σε όλο τον κόσμο, διοργανώνονται εκδηλώσεις και αφιερώματα για τον εορτασμό των 700 χρόνων από τον θάνατο του Δάντη. Αναγνώσεις ποίησης, διαλέξεις, εκθέσεις και θεατρικές παραστάσεις φέρνουν στο προσκήνιο το έργο και την προσωπικότητα του μεγάλου λογοτέχνη.

Συμπέρασμα: Η 25η Μαρτίου μια ξεχωριστή ημέρα για τον κόσμο της λογοτεχνίας. Η Τετάρτη του Δάντη μας καλεί να ανακαλύψουμε ή να επανεξετάσουμε το έργο του κοσμοκαλόγερου της Φλωρεντίας, αντλώντας έμπνευση και σοφία από την διαχρονική φωνή του.

• Τετάρτη του Δάντη: Η ημέρα που, σύμφωνα με τους μελετητές, ο Δάντης ξεκίνησε το φανταστικό ταξίδι του στην "Κόλαση", "Καθαρτήριο" και "Παράδεισο", όπως περιγράφεται στην "Θεία Κωμωδία".

• 700 χρόνια από τον θάνατο του Δάντη: Ο θρυλικός Ιταλός ποιητής απεβίωσε το 1321, αφήνοντας μια αθάνατη κληρονομιά στην λογοτεχνία και τον πολιτισμό.

Η "Θεία Κωμωδία" του Δάντη Αλιγκέρι αποτελεί θησαυροφυλάκιο όχι μόνο για την λογοτεχνία, αλλά και για την ιταλική γλώσσα. Πλήθος εκφράσεων που χρησιμοποιούμε καθημερινά, ακόμα και στα ελληνικά, άντλησαν έμπνευση από το αριστούργημα του Δάντη.

 Παραδείγματα:

  • "Lasciate ogni speranza, voi ch'entrate" (Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε): Η θρυλική επιγραφή στην πύλη της Κόλασης, που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια άσχημη ή απελπιστική κατάσταση.
  • "Nel mezzo del cammin di nostra vita" (Στη μέση του δρόμου της ζωής μας): Η πρώτη φράση της "Θείας Κωμωδίας", που χρησιμοποιείται για να αναφερθεί στην κρίση της μέσης ηλικίας ή σε μια στροφή στη ζωή.
  • "E lucevan le stelle" (Και έλαμπαν τα άστρα): Φράση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια γαλήνια και ήρεμη στιγμή.
  • "Farò come colui che piange e dice" (Θα κάνω σαν αυτόν που κλαίει και λέει): Φράση που υποδηλώνει μετάνοια ή θρήνο.
  • "Se fossi dimandato" (Αν με ρωτούσες): Φράση που χρησιμοποιείται για να εκφράσει μια υποθετική άποψη.

 Χωρίς ίσως να το συνειδητοποιούμε, καλούμε συχνά τον Δάντη σε βοήθεια, ακόμα και στην καθημερινή μας ομιλία. Η φράση "Non ti curar di loro, ma guarda e passa", που συχνά χρησιμοποιούμε για να πούμε σε κάποιον να αγνοήσει τους κακεντρεχείς ή να μην αφήνει το μίσος και τον φθόνο να τον επηρεάζουν, αποτελεί παραφράση του στίχου 51 από το Άσμα ΙΙΙ της Κόλασης στην "Θεία Κωμωδία". Στο πρωτότυπο, ο Βιργίλιος, ο δάσκαλος και οδηγός του Δάντη στην Κόλαση, του ψιθυρίζει: "non ragionan di loro, ma guarda e passa" (μην ασχολείσαι μαζί τους, κοίτα μόνο και προχώρα). Η φράση αυτή φέρει μια σοφή συμβουλή: να μην σπαταλάμε χρόνο και ενέργεια σε αρνητικούς ανθρώπους ή καταστάσεις, αλλά να εστιάζουμε στην πρόοδό μας και στους στόχους μας.  Είναι εντυπωσιακό πώς ένας στίχος γραμμένος πριν από 700 χρόνια διατηρεί ακόμα την επικαιρότητά του και βρίσκει εφαρμογή στην καθημερινή μας ζωή.

 Η φράση "non mi tange" ("δεν με αγγίζει") που χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε ότι δεν μας επηρεάζει κάτι, όντως έχει τις ρίζες της στην "Θεία Κωμωδία" του Δάντη. Συγκεκριμένα, η φράση εμφανίζεται στο Canto II του Paradiso, όταν η Βεατρίκη, η αγαπημένη του Δάντη, εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Παράδεισο. Ο Δάντης, συγκλονισμένος από την ομορφιά και την αγνότητά της, νιώθει ανάξιος να της απευθυνθεί.

Η Βεατρίκη, θέλοντας να τον καθησυχάσει, του λέει:"Io son fatta da Dio, sua mercè, tale, che la vostra miseria non mi tange" (στίχοι 91-92)

Στα ελληνικά, η φράση μεταφράζεται ως: "Εγώ είμαι φτιαγμένη από τον Θεό, με το έλεός του, τέτοια, που η δυστυχία σου δεν με αγγίζει" Η Βεατρίκη, με την φράση "non mi tange", δηλώνει ότι η αγνότητα και η θεϊκή φύση της την καθιστούν άτρωτη στις ανθρώπινες αδυναμίες και τα πάθη. Είναι ενδιαφέρον πώς η φράση "non mi tange" έχει εξελιχθεί και σήμερα χρησιμοποιείται με μια πιο κοσμική έννοια. Χρησιμοποιείται για να δηλώσουμε ότι δεν μας επηρεάζουν οι κριτικές, οι προσβολές ή οι αρνητικές καταστάσεις. 

Το Canto V της Κόλασης, με την τραγική ιστορία του Paolo Malatesta και της Francesca da Rimini, αποτελεί ένα από τα πιο συγκινητικά και αξιομνημόνευτα κομμάτια της "Θείας Κωμωδίας". Η φράση "Amor, ch al cor gentil ratto s'apprende" ("Ο έρωτας, που δεν συγχωρεί κανέναν αγαπημένο εραστή"), με την οποία η Francesca περιγράφει το αίσθημα που την οδήγησε στην αγκαλιά του Paolo, έχει χαραχτεί στη μνήμη αναγνωστών και μελετητών. Η Francesca, με ειλικρίνεια και πάθος, εξομολογείται στον Dante τον ممنوع έρωτά της για τον Paolo, τον οποίο πλήρωσαν με την ίδια τους τη ζωή. Η ομολογία της αγγίζει την ψυχή του Dante, ο οποίος συγκινείται από την τραγωδία τους. Η ιστορία του Paolo και της Francesca αποτελεί ύμνο στον έρωτα, αλλά και τραγικό παράδειγμα των καταστροφικών συνεπειών που μπορεί να έχει. Η Francesca, παγιδευμένη σε έναν άτυχο γάμο, έλκεται από τον Paolo και παρασύρεται σε μια παθιασμένη σχέση. Η δολοφονία τους από τον Gianciotto Malatesta αποτελεί σκληρό τίμημα για τον έρωτά τους. Η Francesca, όμως, ακόμα και στον θάνατο, δηλώνει αμετανόητη, καθώς ο έρωτάς της για τον Paolo παραμένει ζωντανός.

 Η ιστορία του Paolo και της Francesca, όπως αφηγείται η Francesca στον Δάντη, αποτελεί ένα μνημειώδες παράδειγμα του πώς η λογοτεχνία μπορεί να μιμηθεί και να επηρεάσει την πραγματική ζωή.

Η Francesca περιγράφει πώς η ανάγνωση της ιστορίας αγάπης του Lancelot και της Guinevere λειτούργησε ως "Galeotto", φέρνοντας κοντά και τους ίδιους. Η ένταση των συναισθημάτων που περιγράφονταν στο βιβλίο ξύπνησε αντίστοιχα συναισθήματα στους δύο εραστές, οδηγώντας τους στο φιλί που σφράγισε την μοίρα τους.

Η φράση "Galeotto fu 'l libro e chi lo scrisse" ("Ο Γκαλεόττο ήταν το βιβλίο και αυτός που το έγραψε") έχει μείνει στην ιστορία και χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα για να περιγράψει οτιδήποτε φέρνει κοντά δύο ανθρώπους και τους οδηγεί στην ερωτική ένωση.

Είναι αξιοσημείωτο πώς ο Δάντης, μέσα από την "Θεία Κωμωδία", ασκεί κριτική στην λογοτεχνία που εξυμνεί τον έρωτα χωρίς ηθικούς φραγμούς. Η ιστορία του Paolo και της Francesca αποτελεί τραγικό παράδειγμα των συνεπειών που μπορεί να έχει η παράδοση στα πάθη.

 Η "Θεία Κωμωδία" του Δάντη Αλιγκέρι αποτελεί πηγή αστείρευτης έμπνευσης, όχι μόνο για λογοτεχνικές αναφορές, αλλά και για καθημερινές εκφράσεις που χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα.

Ας δούμε μερικά ακόμη παραδείγματα:

  • "Ch'ella mi fa tremmare le vene e i polsi" ("Κάνει τις φλέβες και τους καρπούς μου να τρέμουν"): Η φράση αυτή, που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον φόβο και τον τρόμο, προέρχεται από το Canto I της Κόλασης, όπου ο Δάντης συναντά μια λύκαινα που του φράζει τον δρόμο.

  • "Capo ha cosa fatta" ("Πλέον δεν μπορεί να γίνει τίποτε"): Η φράση αυτή, που χρησιμοποιείται για να δηλώσουμε ότι μια κατάσταση δεν μπορεί πλέον να αλλάξει, προέρχεται από το Canto XXVIII της Κόλασης, όπου ο Δάντης συναντά τον Bertran de Born, ο οποίος έχει τιμωρηθεί γιατί έσπειρε διχόνοια.

Η ονομασία "Bel Paese" ("Ωραία Χώρα") αποτελεί συνώνυμο της Ιταλίας εδώ και αιώνες. Η φράση "del bel paese là dove 'l sì suona" ("της ωραίας χώρας όπου ακούγεται το ναι") προέρχεται από το Canto XXXIII της Κόλασης, όπου ο Δάντης, λίγο πριν φτάσει στον Παράδεισο, αναπολεί την πατρίδα του.

Η ονομασία "Bel Paese" οφείλεται στα πλήθος χαρισμάτων της Ιταλίας:

  • Ήπιο κλίμα: Η Ιταλία, ευλογημένη από την μεσογειακή αύρα, χαρίζει στους κατοίκους της ζεστά καλοκαίρια και ήπιους χειμώνες.
  • Καταπληκτικά τοπία: Από τις χιονισμένες Άλπεις και τα γραφικά Cinque Terre έως τις γαλάζιες ακτές της Αmalfi και τα εύφορα τοπία της Τοσκάνης, η Ιταλία γοητεύει με την ποικιλία και την ομορφιά των τοπίων της.
  • Πλούσιος πολιτισμός: Από την κληρονομιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έως την άνθιση της Αναγέννησης και την ακμή της τέχνης και της λογοτεχνίας, ο ιταλικός πολιτισμός έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του στην παγκόσμια ιστορία.
  • Γαστρονομικές απολαύσεις: Η ιταλική κουζίνα, φημισμένη για την ποικιλία, την ποιότητα και την αυθεντικότητά της, αποτελεί πόλο έλξης για εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο.

Ενώ η ονομασία "Bel Paese" χρησιμοποιείται κυρίως με ειλικρινή θαυμασμό, υπάρχουν περιπτώσεις όπου υιοθετεί ειρωνικό ή αρνητικό πρόσημο. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν ασκείται κριτική σε:

  • Πολιτικά ζητήματα: Διαφθορά, κακοδιοίκηση, οικονομική κρίση και κοινωνικά προβλήματα μπορούν να οδηγήσουν στην ειρωνική χρήση του "Bel Paese" για να υπογραμμιστεί η αντίθεση μεταξύ της ονειρικής εικόνας και της ζοφερής πραγματικότητας.
  • Κοινωνικά φαινόμενα: Ρατσισμός, μισαλλοδοξία, έλλειψη αλληλεγγύης και ατομικισμός μπορούν να στιγματίσουν την Ιταλία, οδηγώντας στην ειρωνική χρήση του "Bel Paese" για να τονιστεί η ηθική υποβάθμιση.

Συνολικά, η ονομασία "Bel Paese" αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιταλικής ταυτότητας, φέροντας πλήθος συναισθημάτων και νοημάτων. Η χρήση της, είτε με ειλικρινή θαυμασμό είτε με ειρωνική διάθεση, αντανακλά την πολυπλοκότητα και την αέναη εξέλιξη της Ιταλίας.

 Στο Canto III της Κόλασης, ο Δάντης συναντά πλήθος ψυχών που ατιμώρησαν τον Θεό με αδιαφορία. Ο Βιργίλιος, θέλοντας να εξηγήσει την άθλια μοίρα τους, του ψιθυρίζει:

"Coloro / che visser sanza sanza 'nfamia e sanza lodo"

Στα ελληνικά, η φράση μεταφράζεται ως: "Αυτοί / που έζησαν χωρίς ατιμία και χωρίς έπαινο"

Η φράση "coloro che visser sanza 'nfamia e sanza lodo" αποτελεί μια από τις πιο γνωστές και πολυεπίπεδες εκφράσεις της "Θείας Κωμωδίας". Ο Δάντης, με σκληρή ειλικρίνεια, καταδικάζει τους χλιαρούς, εκείνους που δεν πήραν ποτέ θέση, που έζησαν μια ζωή χωρίς πάθος, χωρίς ιδανικά, χωρίς ηθικές αξίες.

Η "χλιαρότητα" αποτελεί ύβρη για τον Δάντη, καθώς ισοδυναμεί με αδιαφορία προς το Θείο. Ο άνθρωπος οφείλει να παίρνει θέση, να αγωνίζεται για το καλό, να διαπρέπει σε ό,τι κάνει. Η μετριότητα, η απουσία επιλογών, η άκαρδη ζωή, οδηγούν στην αιώνια καταδίκη.

Η φράση "coloro che visser sanza 'nfamia e sanza lodo" διατηρεί την ακτινοβολία της ακόμα και σήμερα. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει:

  • Απαθείς ανθρώπους: Αδιάφορους για τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα, αβέβαιους για τις αξίες τους, χωρίς ιδανικά.
  • Μέτριους ανθρώπους: Χωρίς ίχνος δημιουργικότητας ή πρωτοτυπίας, έρμαια της καθημερινότητας, χωρίς να αφήνουν το σημάδι τους.
  • Δειλούς ανθρώπους: Φοβισμένους να ριψοκινδυνεύσουν, να διεκδικήσουν, να υψώσουν φωνή, σκιάς σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα.

  Ο στίχος "Lasciate ogni speranza, voi ch'entrate" ("Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα, εσείς που εισέρχεστε") από το Canto III της Inferno αποτελεί ίσως τον πιο διάσημο στίχο της "Θείας Κωμωδίας". Χαραγμένος πάνω από την πύλη της Κόλασης, ο στίχος αυτός προειδοποιεί τους αμαρτωλούς για την άθλια μοίρα που τους περιμένει. Η ειρωνική χρήση του στίχου σε κατειλημμένα γυμνάσια ή στους τοίχους σχολείων, αποσκοπεί στον εκφοβισμό ή την αποθάρρυνση των πρωτοετών. Η φράση υιοθετείται ως απειλή, υπονοώντας ότι η σχολική ζωή θα είναι μια ζοφερή και αβάσταχτη εμπειρία. Παρόμοια, η χρήση του στίχου ως πανό από οπαδούς σε αθλητικούς αγώνες, φέρει μια σαφή πρόθεση εκφοβισμού. Σκοπός είναι να προκαλέσουν φόβο στους αντίπαλους, να τους αποδυναμώσουν ψυχολογικά και να τους στερήσουν το αγωνιστικό πνεύμα. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η χρήση της φράσης "Lasciate ogni speranza" δεν είναι πάντα αθώα. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να υιοθετηθεί από ομάδες ή άτομα με σκοπό τον εκφοβισμό, την επιβολή φόβου ή την καλλιέργεια μίας νοοτροπίας ηττοπάθειας.

Ωστόσο, η χρήση του στίχου "Lasciate ogni speranza" αγγίζει και άλλα, πιο ερμηνευτικά πεδία. Ο στίχος μπορεί να λειτουργήσει ως:

  • Σχόλιο για την κοινωνική πραγματικότητα: Η ελπίδα φθίνει σε μια κοινωνία που πλήττεται από ανισότητες, αδιέξοδα και έλλειψη προοπτικής.
  • Κριτική για την εκπαίδευση: Η άκαρδη αποστήθιση, η έλλειψη κριτικής σκέψης και η καταπίεση της δημιουργικότητας μπορούν να μετατρέψουν το σχολείο σε κόλαση.
  • Υπενθύμιση της θνητότητας: Η φευγαλέα φύση της ζωής και η βεβαιότητα του θανάτου μπορούν να προκαλέσουν φόβο και αίσθημα ματαιότητας.

Η φράση "Μείνετε ήρεμοι ή μείνετε ψύχραιμοι" στο στίχο 117 του Άσματος XXXII της Κόλασης μπορεί να ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο του ποιήματος:

Κυριολεκτική ερμηνεία: Σε μια κυριολεκτική ερμηνεία, η φράση αποτελεί μια προτροπή στους αμαρτωλούς να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και να μην πανικοβάλλονται. Βρίσκονται στην Κόλαση, έναν τόπο αιώνιου μαρτυρίου, και η ψυχραιμία ίσως τους βοηθήσει να αντέξουν την κατάσταση.

 Σαρκαστική ερμηνεία: Ενδέχεται η φράση να ειπωθεί με σαρκασμό. Ο Δάντης, ο συγγραφέας της Θείας Κωμωδίας, ίσως να κοροϊδεύει τους αμαρτωλούς για την ψυχραιμία τους. Βρίσκονται σε έναν τόπο φρικαλεότητας, και η ψυχραιμία τους ίσως να θεωρείται αδιαφορία ή έλλειψη μεταμέλειας.

Σημασιολογική ερμηνεία: Σε μια πιο συμβολική ερμηνεία, η φράση "Μείνετε ήρεμοι ή μείνετε ψύχραιμοι" ίσως να σχετίζεται με την πνευματική κατάσταση των αμαρτωλών. Η ψυχραιμία ίσως να συμβολίζει την έλλειψη πνευματικής φώτισης ή την απουσία θεϊκής χάρης.

Συνδυασμός ερμηνειών: Είναι πιθανή η πρόθεση του Δάντη να ήταν ένας συνδυασμός των παραπάνω ερμηνειών. Ίσως ήθελε να απεικονίσει τους αμαρτωλούς ως πανικόβλητους, αδιάφορους και πνευματικά τυφλούς.

Επιπλέον, η φράση "όπου οι αμαρτωλοί μένουν ψύχραιμοι" ίσως να θέλει να τονίσει την αντίθεση με τον παράδεισο, όπου οι ψυχές βρίσκονται σε αιώνια γαλήνη και ευδαιμονία.Εν κατακλείδι, η ερμηνεία της φράσης "Μείνετε ήρεμοι ή μείνετε ψύχραιμοι" εξαρτάται από το πρίσμα με το οποίο ερμηνεύεται η Θεία Κωμωδία. 

Τα λόγια του Οδυσσέα στο άσμα XXVI της Κόλασης αποτελούν μια διαχρονική υπενθύμιση για τον ανώτερο σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης. Η φύση μας δεν μας προορίζει για μια ζωή βουτηγμένη στην άγνοια και την κτηνωδία, αλλά για μια διαρκή αναζήτηση γνώσης και ηθικής τελειοποίησης.

Η "αρετή και η γνώση" λειτουργούν ως οι δύο πυλώνες στους οποίους στηρίζεται η ουσιαστική και πλήρης ζωή. Η αρετή, ως σύνολο ηθικών αξιών, μας κατευθύνει προς το ορθό και το δίκαιο, ενώ η γνώση φωτίζει το δρόμο μας και μας ανοίγει πνευματικούς ορίζοντες.

Η καλλιέργεια both αυτών των στοιχείων μας ανυψώνει ως πλάσματα και μας διαφοροποιεί από τα "κτήνη". Μέσα από την αρετή υψώνουμε το πνεύμα μας και αγγίζουμε το θείο, ενώ η γνώση μας ωθεί προς την αυτογνωσία και την κατανόηση του κόσμου γύρω μας.

Στην εποχή μας, ίσως περισσότερο από ποτέ, η φωνή του Οδυσσέα ηχεί ηχηρά. Σε έναν κόσμο συχνά βουτηγμένο στην υλιστική λογική και την ηθική ασυδοσία, τα λόγια του έρχονται να μας υπενθυμίσουν την ευθύνη και το καθήκον μας.

Είναι καθήκον μας να αγκαλιάσουμε την "αρετή και τη γνώση", να πολεμήσουμε κάθε μορφή "κτηνωδίας και παραλογισμού", και να οικοδομήσουμε έναν κόσμο αντάξιο της ανθρώπινης φύσης.

Η "Θεία Κωμωδία" αγγίζει διαχρονικά θέματα, όπως ο έρωτας, ο θάνατος, η ηθική και η μετά θάνατον ζωή. Το Canto V αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα της λογοτεχνικής ιδιοφυΐας του Dante, ο οποίος με λυρική γλώσσα και δραματικό ύφος, υφαίνει μια ιστορία γεμάτη πάθος, τραγωδία και διαχρονικότητα.Συνοψίζοντας, η χρήση του "Galeotto" στην "Θεία Κωμωδία" αποτελεί ένα πολυεπίπεδο λογοτεχνικό τέχνασμα. Ο Δάντης, όχι μόνο υιοθετεί μια εμβληματική φράση από την λογοτεχνική παράδοση της εποχής, αλλά gleichzeitig ασκεί κριτική στην ηθική διάσταση του έρωτα. O στίχος "Lasciate ogni speranza" διατηρεί μια αξεπέραστη δύναμη, ακόμα και αιώνες μετά την συγγραφή του. Η ερμηνεία του ποικίλει, αγγίζοντας διαφορετικά πεδία και προβληματισμούς. Ο Δάντης, με μια φράση γεμάτη συμβολισμούς, αφήνει ένα διαχρονικό μήνυμα: η ελπίδα, ακόμα και σε ζοφερές συνθήκες, οφείλει να παραμένει ζωντανή. Η "Θεία Κωμωδία" του Δάντη αποτελεί πηγή έμπνευσης όχι μόνο για λογοτεχνικούς όρους, αλλά και για καθημερινές εκφράσεις. Η διαχρονικότητα του έργου του Δάντη αποδεικνύεται από το πώς οι λέξεις του εξακολουθούν να είναι ζωντανές και να χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα.

 


 

3/19/2024

Η ασπόνδυλη αγελάς- Του φιλολόγου Δημήτρη Βουρλιωτάκη

   “Να ανοίγεις και κάνα βιβλίο να διαβάζεις!” Συνηθισμένη προτροπή των γονέων που πολλές φορές δε φείδονται να την απευθύνουν προς τα παιδιά τους, ακόμα και παρουσία ημών των καθηγητών, στο πλαίσιο ενημερώσεων για την πρόοδό τους. Φορτισμένος συναισθηματικά απόόσα βιώνουμε τον τελευταίο καιρό, σκεφτόμουν πόσο αυτή η προτροπή ερμηνεύει την παθογένεια του ρωμέικου.

   Τι δείχνει αυτή η προτροπή ; Όλοι ξέρουμε πόσο ανέξοδα εμείς, οι γονείς, συμβουλεύουμε τα παιδιά μας, χωρίς να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να τηρούμε εμείς πρώτοι τα όσα  συμβουλεύουμε . Εγκαλούν -ουκ ολίγοι εξ ημών- τα βλαστάρια τους, που είναι όλη μέρα με τοκινητό στο χέρι και δεν ανοίγουν ποτέ ένα βιβλίο, αν και οι ίδιοι κάνουν ακριβώς το ίδιο. Η διαφορά είναι ότι τα παιδιά τους τουλάχιστον ανοίγουν τα βιβλία -έστω- των σχολείων, φροντιστηρίων καιλοιπών βασάνων τους. Θα μου πείτε, πώς σχετίζεται αυτό με την επικαιρότητα;

      Σχετίζεται! Τι άλλο κάνει το κράτος, όταν κινεί αυστηρόν δάκτυλον προς τον πολίτη για υπόδειξη υπευθυνότητας, ανευθύνως ενεργώντας το ίδιο; Για θυμηθείτε το ιδεολόγημα της ατομικής ευθύνης τον καιρό της πανδημικής έξαρσης! Εγκληματούσε ο πολίτης, αν δεν ενημέρωνε τον κρατικό ηλεκτρονικό ρουφιάνο για τη βόλτα του κατοικιδίου του, αλλά ο υιός του πρωθυπουργού του παρευρισκόταν σε “πάρτις” νεαρών χρυσοκανθάρων , όπου συναντούσε το“αμόρε” του, γνωστή τενίστρια... Η σωματική άσκηση επιτρεπόταν σε ακτίνα 2 χλμ, πέριξ οικίας και το πρωθυπουργικό ζεύγος χαριεντιζόταν υπέρκομψα στην Πάρνηθα, πολλά χλμ. μακριά από την οικία τους.

      Η εξουσία δεν έπαψε ποτέ να ασκείται πατερναλιστικά στη χώρα μας, με αποτέλεσμα η παθογένεια του μικρόκοσμου της οικογένειας να αντανακλάται και στην άσκηση της εξουσίας. Η αγία μικροαστική οικογένεια παραδοσιακά κρύβει κάτω από το χαλάκι τα ανομήματά της και επιπλήττει τα νεαρά μέλη της με ύφος χιλίων καρδιναλίων, ενώ οι καρδινάλιοι της εξουσίας απαιτούν από τον πολίτη επίδειξη υπευθυνότητας προς κάλυψη της δικής τους αφερεγγυότητας. Και σε κάποιες περιπτώσεις ο πολίτης αναπληρώνει το κενό εξουσίας, οπότε όντως “ο λαός σώζει το λαό”. Δε μπορούμε, όμως, κύριοι, να γίνουμε εμείς και σταθμάρχες, ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, λιμενάρχες κ.λπ. Εκεί είναι υποχρέωση του κράτους να διασφαλίσει την ποιότητα των υπηρεσιών του προς τον πολίτη. Πώς; Με μία μαγική λέξη: αξιοκρατία -παντελώς άγνωστη στο τουρκομπαρόκ αισθητικής και ηθικής νεοελληνικό δοβλέτ.

    Και ερχόμαστε στο μέγα ζήτημα: τη συνενοχή πολίτη και κράτους. Ερχόμαστε στο γονιό που προσκύνησε, έγλειψε, σύρθηκε (και ό,τι άλλο...) , δήθεν για την οικογένειά του, για να τακτοποιήσει τα παιδιά του (κατά βάθος, βέβαια, για τον εαυτούλη του...) . Στο γονιό που είδε το ένα παιδί του να φεύγει στην ξενιτιά και το άλλο γκαρσόνι στα νησιά, αλλά δε μίλησε. Γιατί ο κ.Αμελετητόπουλος τον έβαλε κάποτε στη ΔΕΗ. Και πιστεύει ότι θα του βάλει έστω την κόρη του στα όποια σπαράγματα κράτους απέμειναν. Κι αν, τώρα, του γείτονα την κόρη του- την έστειλαν εξαϋλωμένη, πάλι δε μιλάει. Γιατί του τάξανε και μια θεσούλα στο πανεπιστήμιο για το γιο το σπουδασμένο και ξενιτεμένο.

      Αυτή είναι η ιστορία, το παρόν και το μέλλον αυτής της χώρας. Μπορείτε να το αμφισβητήσετε; Μακάρι, τουλάχιστον εσείς, οι νέοι, οι μαθητές μου, όλου του κόσμου τα παιδιά, να με διαψεύσετε, που άλλο μεγαλύτερο καμάρι δεν έχω στη ζωή μου από το να σας βλέπω να προοδεύετε με το κεφάλι ψηλά!